|
| Τρέχον τεύχος: 973,
31/7/2010
|
|
 |
|
 |
Στο κυνήγι του βουκεφάλα
Ποιες φυλές καταγράφηκαν στο νομό Τρικάλων από ερευνητική ομάδα του Τομέα Ζωικής Παραγωγής του Τμήματος Γεωπονίας Α.Π.Θ. – Χαρακτηριστικά των φυλών
|
 |
 |
 |
|
 |
 |
Του Αποστόλη Ζώη
Ο Βουκεφάλας, το περίφημο άλογο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες ανήκε στη φυλή Θεσσαλίας. Τα άλογα της φυλής Θεσσαλίας λόγω των εξαιρετικών ιδιοτήτων τους εξήχθησαν και εξαπλώθηκαν σε όλες σχεδόν τις περιοχές τη Αρχαίας Ελλάδας και ιδιαίτερα στη Μακεδονία, τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο . Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο μάλιστα αναφέρεται ότι λαοί βόρεια του Δούναβη εισήγαν άλογα της φυλής Θεσσαλίας για τη βελτίωση των δικών τους αλόγων με διασταύρωση, γιατί γνώριζαν, εκτιμούσαν και θαύμαζαν τις ικανότητες των αλόγων της Θεσσαλικής Φυλής. Σήμερα δυο αυτόχθονες φυλές ίππων, οι οποίες έχουν αναπτυχθεί στην περιοχή αυτή από αρχαιοτάτων χρόνων, η φυλή Θεσσαλίας και η φυλή Πίνδου καταγράφηκαν στο νομό Τρικάλων από ερευνητική ομάδα του Τομέα Ζωικής Παραγωγής του Τμήματος Γεωπονίας Α.Π.Θ. και με χρηματοδότηση προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Υπουργείου Γεωργίας και της Φιλίππου Ενώσεως Ελλάδος.
Η έρευνα
Κατά την καταγραφή των ίππων λαμβάνονταν υπόψη τα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά τους, βάσει των οποίων γινόταν η ταυτοποίησή τους κατά φυλή και στη συνέχεια η καταχώρισή τους στα αρχεία της Διεύθυνσης Ζωικής Παραγωγής του Υπουργείου Γεωργίας με όλα τα στοιχεία τους σε ατομικά δελτία. Οι ιδιοκτήτες των ίππων έχουν εφοδιασθεί με αντίγραφο του δελτίου καταγραφής. Παράλληλα στο Εργαστήριο μας, αναφέρει στην ΕΡΕΥΝΑ ο Τρικαλινός στην καταγωγή ομότιμος καθηγητής στο ΑΠΘ κ. Απόστολος Ζαφράκας, και σε εργαστήριο του Kentucky των ΗΠΑ με την ειδική μέθοδο εξέτασης του DNA της αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης (Polymerase Chain Reaction, PCR) διερευνάται η προέλευση των φυλών, η γενετική σύστασή τους και οι αποκλίσεις μεταξύ των φυλών χρησιμοποιώντας το τυχαία ενισχυμένο πολύμορφο DNA (Random Amplified Polymorphic DNA, RAPDs). Πάντως σύμφωνα με τον Τρικαλινό ομότιμο καθηγητή, η παρουσία των δυο αυτών φυλών ίππων στην περιοχή των Τρικάλων είναι γνωστή από την αρχαιότητα σύμφωνα με αρχαίους συγγραφείς.
Φυλή της Θεσσαλίας
Η φυλή Θεσσαλίας είναι καθαρά πεδινή και αναπτύχθηκε στις πεδιάδες της Θεσσαλίας. Τα άλογα της φυλής Θεσσαλίας, αναφέρει ο κ. Ζαφράκας, από την αρχαιότητα ακόμη ήταν ξακουστά, γιατί ήταν προικισμένα με εξαιρετικές ιδιότητες. Η Θεσσαλία ήταν η πιο φημισμένη περιοχή του αρχαίου κόσμου για την ιπποπαραγωγή και η παράδοση της ιπποφιλίας στον Θεσσαλικό λαό διατηρείται μέχρι τις ημέρες μας. Το περίφημο θεσσαλικό ιππικό αποτελούμενο από άλογα της φυλής αυτής θεωρούνταν το ισχυρότερο όπλο της εποχής κατά την αρχαιότητα. Όλοι επιθυμούσαν να έχουν στη διάθεση τους το θεσσαλικό ιππικό είτε ως συμμαχικό είτε ως μισθοφορικό κατά τις πολεμικές περιόδους. Η φυλή διατηρήθηκε σε υψηλό επίπεδο επί αιώνες -και μέχρι ακόμη τη δεκαετία του '60 έπαιζε σημαντικότατο ρόλο στην εθνική και ιδιαίτερα στην αγροτική οικονομία.
Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά τους τα άλογα της φυλής Θεσσαλίας είναι μικρόσωμα, με αρμονική σωματική διάπλαση και ευγενικό χαρακτήρα. Το ανάστημά τους είναι γύρω στο 1,35 μ. και ο χρωματισμός ορφνός, ερυθρός ή φαιός. Η κεφαλή τους έχει ευθεία κατατομή, ο τράχηλος είναι καλά προσαρμοσμένος στον κορμό και αρκετά πλατύς, τα ισχία είναι επικλινή, η ουρά σε κανονική θέση, τα άκρα σχετικά λεπτά, αλλά ισχυρά και οι κανόνες των άκρων βραχείς.
Σύμφωνα με την καταγραφή που έγινε από το συνεργείο στον Ν. Τρικάλων με επικεφαλής τον κ. Ζαφράκα έχουν ταξινομηθεί 141 άλογα της φυλής Θεσσαλίας. Από αυτά μόνο 48 ανήκουν φαινοτυπικώς στη φυλή αυτή, 34 θηλυκά και 14 αρσενικά. Από τα τελευταία μόνον 4 είναι επιβήτορες, ενώ τα υπόλοιπα είναι ευνουχισμένα.
Φυλή Πίνδου
Η φυλή Πίνδου είναι ορεινή και αναπτύχθηκε στον όγκο της Πίνδου. Κυρίως στα τμήματα της οροσειράς που καλύπτουν μέρος της Ηπείρου και Θεσσαλίας. Το άλογο της φυλής Πίνδου είναι το πιο αντιπροσωπευτικό από τα μικρόσωμα ελληνικά άλογα ορεινού τύπου. Τα άλογα της φυλής διατηρούνταν από τους κτηνοτρόφους παλαιότερα σε μεγάλα κοπάδια στις βοσκές και ήταν χρησιμότατα λόγω της εξαιρετικής ορειβατικής τους ικανότητας, της αντοχής τους στους κόπους και τις αντιξοότητες του περιβάλλοντος και της ολιγάρκειας τους στη διατροφή. Οι φοράδες της φυλής, επισημαίνει ο κ. Ζαφράκας, χρησιμοποιούνταν με μεγάλη επιτυχία και απόδοση στην ημιονοπαραγωγή. Λόγω των παραπάνω χρήσιμων ιδιοτήτων τους διατηρούνται από τους προβατοτρόφους και σήμερα στα θερινά βοσκοτόπια και έτσι έχει μείνει αραιά ένας αριθμός καθαρόαιμων ίππων στις περιοχές της Πίνδου.
Είναι μικρόσωμα άλογα με ανάστημα 1,15 - 1,25 μ. Σύμφωνα με την καταγραφή που έγινε στα πλαίσια της εφαρμογής του σχετικού προγράμματος έχουν ταξινομηθεί 61 άλογα που ανήκουν στη φυλή Πίνδου και με την ολοκλήρωση της εργαστηριακής εξέτασης του DNA θα διαπιστωθεί πόσα από αυτά είναι καθαρόαιμα. Φαινοτυπικώς πάντως 13 ανήκουν στη φυλή αυτή, 11 θηλυκά και 2 αρσενικά ευνουχισμένα.
Απαραίτητο
Τα άλογα της πεδινής φυλής Θεσσαλίας διατρέφονταν στον εύφορο κάμπο προσφέροντας στους κατοίκους την πιστή φιλία και εργασία τους, ενώ στα ορεινά τα άλογα της φυλής Πίνδου με την ορειβατική τους ικανότητα αποτελούσαν πολυτιμότατα μεταφορικά μέσα ως υποζύγια στις καταπράσινες πλαγιές των θεσσαλικών βουνών.
Το άλογο μέχρι τη δεκαετία του '60 ήταν απαραίτητο για τις συγκοινωνίες, τις χερσαίες μεταφορές, τις τηλεπικοινωνίες, σε ορισμένους κλάδους της βιοτεχνίας και βιομηχανίας, τις γεωργικές εργασίες, όπως το όργωμα, το αλώνισμα την άρδευση με την άντληση νερού στα μαγγανοπήγαδα κλπ. Παράλληλα ήταν απαραίτητο στον στρατό για το όπλο του ιππικού και για τις μεταφορές προσωπικού και εφοδίων και ακόμη για τις τηλεπικοινωνίες.
Με την εξάπλωση των μηχανοκίνητων μέσων συγκοινωνίας και την εκμηχάνιση της Γεωργίας κατά τη δεκαετία του ΄70 το άλογο αντικαταστάθηκε από τη μηχανή ταχύτατα. Πάντως σύμφωνα με τον κ. Ζαφράκα συνεχίζονται οι προσπάθειες διάσωσης των φυλών αυτών όπως και των άλλων τεσσάρων αυτόχθονων ελληνικών φυλών αλόγων.
Σε επίπεδο Θεσσαλίας δραστηριοποιείται η «Θεσσαλών Φίλιππος Ένωσις».
5
«Σε περιβαλλοντικό αδιέξοδο ο Πηνειός»
Του Αποστόλη Ζώη
Για την οικολογική καταστροφή που συντελείται στη Θεσσαλία μιλά σήμερα στην ΕΡΕΥΝΑ, ο επίκουρος καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Μηχανικών στο πανεπιστήμιο Θεσσαλίας κ. Νικήτας Μυλόπουλος.
Ειδικότερα στο ερώτημα πώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το υδατικό πρόβλημα στη Θεσσαλία ο επιστήμονας απαντά:
«Το υδατικό πρόβλημα στη Θεσσαλία μπορεί να χαρακτηριστεί πλέον ως μία οικολογική καταστροφή με σοβαρές περιβαλλοντικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις. Το κύριο χαρακτηριστικό του προβλήματος είναι το μονίμως ελλειμματικό υδατικό ισοζύγιο, αφού για πολλά χρόνια στη Θεσσαλία καταναλώνονται μεγαλύτερες ποσότητες νερού από όσες εισρέουν στο πλαίσιο του ετήσιου υδρολογικού κύκλου. Αποτέλεσμα είναι ότι κάθε χρόνο, εκτός από τα ανανεώσιμα υδατικά αποθέματα, που με τη μορφή της βροχής και του χιονιού εισρέουν στη Θεσσαλία τροφοδοτώντας τα επιφανειακά υδατορεύματα και τους υπόγειους υδροφορείς, εξαντλούνται και τα μόνιμα υδατικά αποθέματα, που αποτελούν τη φυσική κληρονομιά της περιοχής».
Θα ενταθεί
Στη συνέχεια ο κ. Μυλόπουλος απαντώντας στην απορία μας αν θα ενταθεί αυτό το πρόβλημα τονίζει;
«Εάν τα παραπάνω περιγράφουν μία μόνιμη κατάσταση των τελευταίων χρόνων, είναι εύκολο να φανταστεί κανείς το πώς οξύνεται το πρόβλημα στις υδρολογικά ξηρές χρονιές. Το υδατικό πρόβλημα που ούτως ή άλλως υφίσταται σε όλες τις πεδινές λεκάνες της Θεσσαλίας, (Πηνειού αλλά και Κάρλας) θα οξυνθεί, εφόσον δεν αλλάξουν ριζικά οι καλλιεργητικές πρακτικές στον κάμπο (μέθοδοι άρδευσης, αρδευτικά δίκτυα. Εντονότερα θα είναι φυσικά τα προβλήματα στις περιοχές που υδρεύονται και αρδεύονται από επιφανειακούς ταμιευτήρες, όπου το πρόβλημα της ανομβρίας είναι πιο άμεσο και οξύ. Στις περιοχές των γεωτρήσεων, το ήδη εντονότατο πρόβλημα της πτώσης στάθμης του υπόγειου νερού (που κατά τόπους φτάνει και τα 200 μέτρα!!) θα οξυνθεί επίσης, αλλά με μία σχετική καθυστέρηση. Βέβαια, στις τελευταίες περιοχές δεν πρέπει να ξεχνάμε και το θέμα της ποιότητας του νερού, που είναι εξαιρετικά υποβαθμισμένη. Αν στην κατάσταση αυτή προστεθούν και οι αρνητικές συνέπειες της κλιματικής απορύθμισης καταλαβαίνουμε ότι το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο έντονο».
Μπορείτε να κάνετε μια περιγραφή της όλης εικόνας που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια στον θεσσαλικό κάμπο όσον αφορά τον υδροφόρο ορίζοντα; Τι πρέπει να κάνουμε;
«Από πρόσφατη μελέτη που έχει εκπονήσει η ερευνητική μας ομάδα στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας για την κατάσταση του υδροφόρου ορίζοντα στον κάμπο, επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι το μεγαλύτερο τμήμα των υδροφορέων της Θεσσαλίας, με εξαίρεση λίγες μόνο περιοχές, βρίσκεται κάτω από καθεστώς υπερεκμετάλλευσης. Το πρόβλημα αυτό της υπερεκμετάλλευσης είναι πιο έντονο στην Ανατολική Θεσσαλία. Στο συμπέρασμα αυτό οδήγησε η συστηματική ταπείνωση της στάθμης από χρόνο σε χρόνο. Η ένταση της εκμετάλλευσης και ο χρόνος κατά τον οποίο άρχισε η απότομη πτώση της στάθμης των υπόγειων υδροφοριών χωρίς περαιτέρω αναπλήρωση διαφέρουν τοπικά».
Και ο Πηνειός;
Για τον Πηνειό επισημαίνει τα παρακάτω:
«Ο Πηνειός, ένας από τους πιο σημαντικούς ελληνικούς ποταμούς με τη μεγαλύτερη υδρολογική λεκάνη έκτασης 9.747 m², είναι η πιο εμφανής απόδειξη της διατάραξης του υδατικού ισοζυγίου της λεκάνης αυτής με εντονότατα τα σημάδια τόσο της μείωσης της παροχής του, όσο και της ποιοτικής υποβάθμισης των νερών του, καθώς λειτουργεί ως αποδέκτης κάθε είδους αποβλήτων. Εδώ θα πρέπει προκαταβολικά να διευκρινίσω ότι το ποσοτικό με το ποιοτικό πρόβλημα είναι αλληλένδετα καθώς:
* οι αιτίες που τα ορίζουν είναι παρόμοιες, αν όχι ταυτόσημες (πχ η υπερεντατική γεωργική δραστηριότητα εξάντλησε τα υδατικά αποθέματα της λεκάνης απορροής και ταυτόχρονα επιβάρυνε ποιοτικά το νερό με τα φυτοφάρμακα κλπ) και
* η ποιοτική υποβάθμιση είναι αποτέλεσμα και της ποσοτικής εξάντλησης αφού οι ίδιες ποσότητες ρύπων εμφανίζονται σε πολύ μεγαλύτερες συγκεντρώσεις όταν μειώνεται ο όγκος του νερού».
Ο επίκουρος καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Μηχανικών στο πανεπιστήμιο Θεσσαλίας κ. Νικήτας Μυλόπουλος κάνει και μια σαφή αναφορά στην ποσοτική διάσταση του προβλήματος. Μεταξύ άλλων σημειώνει:
«Όσον αφορά στην ποσοτική διάσταση του προβλήματος, η σημερινή εικόνα του Πηνειού, με τη μέση ετήσια παροχή του να υπολείπεται του ελάχιστου επιτρεπόμενου οικολογικού ορίου (που πρακτικά ορίζει τη βιωσιμότητα του ποταμού) και την αντίστοιχη θερινή του παροχή να τείνει στο μηδέν, δεν είναι παρά το άμεσο αποτέλεσμα της εξάντλησης των υδατικών πόρων συνολικά στη λεκάνη απορροής του. Στη λεκάνη αυτή το υδατικό ισοζύγιο είναι μονίμως αρνητικό τα τελευταία χρόνια και μάλιστα με αυξητικό ρυθμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως κατέγραψε η μελέτη που εκπονήθηκε στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας για το υδατικό δυναμικό της περιοχής, στη λεκάνη απορροής του Πηνειού το μέσο ετήσιο έλλειμμα στο υδατικό ισοζύγιο αγγίζει το 1 δις m3, όσο δηλαδή περίπου καταναλώνει όλος ο ελληνικός πληθυσμός για την ύδρευσή του. Το έλλειμμα αυτό είναι που δημιουργεί τόσο τη σημαντική μείωση της απορροής του Πηνειού, όσο και τη δραματική πτώση της στάθμης των υδροφόρων οριζόντων, με τις γνωστές συνέπειες της υφαλμύρωσης, των καθιζήσεων και των εδαφικών ρωγμών που παρουσιάζονται κάθε χρόνο».
Τα αίτια
Για τα αίτια αναφέρει τα εξής:
«Τα αίτια είναι γνωστά και συνυφασμένα στην πλειοψηφία τους με τη σπάταλη άρδευση στον κάμπο η οποία ξεπερνά το 92% της συνολικής κατανάλωσης νερού στην περιοχή: η απουσία οργανωμένων αρδευτικών δικτύων, η παλαιότητα των υπαρχόντων, οι απαρχαιωμένοι τρόποι άρδευσης και φυσικά η ίδια η διάρθρωση των καλλιεργειών, με κύριο χαρακτηριστικό την καθιέρωση υδροβόρων και χημικοσυντηρούμενων ειδών. Οι ανθρώπινες επιδράσεις που εκδηλώνονται με ποικίλους τρόπους (εκχερσώσεις, επέκταση οικισμών, παρεμβάσεις στη φυσική κοίτη του ποταμού) εντείνουν προφανώς το πρόβλημα. Η χρόνια συντήρηση και εμμονή σε έναν τύπο οικονομικής ανάπτυξης που δεν είναι συμβατός με τη φέρουσα ικανότητα των οικοσυστημάτων, έχει σήμερα ολέθρια και σε πολλές περιπτώσεις, μη αντιστρεπτά αποτελέσματα.
Αλλά και από ποιοτική άποψη τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι καλύτερα. Ο Πηνειός θεωρείται σήμερα ένα από τα πιο επιβαρημένα ποτάμια της χώρας αλλά και της Ευρώπης. Δέχεται αστικά λύματα πόλεων και κωμοπόλεων (με χωματερές δίπλα ή και μέσα στην κοίτη), βιομηχανικά απόβλητα (μεταξύ των οποίων και τα χημικά απόβλητα ορισμένων χημικών βιομηχανιών), κτηνοτροφικά απόβλητα (ποιμνιοστάσια, χοιροστάσια, βουστάσια), γεωργικά φάρμακα και λιπάσματα (υπολογίζεται ότι στην ευρύτερη περιοχή χρησιμοποιούνται 230.000 τόνοι λιπάσματα και 2.000 τόνοι φυτοφάρμακα). Οι συγκεντρώσεις τόσο των φωσφορικών, όσο και των νιτρικών υπερβαίνουν κατά πολύ το ανώτερο επιτρεπτό όριο για τα επιφανειακά νερά, και σε συνδυασμό με τις μεγάλες συγκεντρώσεις κολοβακτηριοειδών αποδεικνύουν ότι ο Πηνειός έχει μολυνθεί ανεπανόρθωτα, και τα νερά του είναι ακατάλληλα για οποιαδήποτε χρήση».
Ανεπανόρθωτα
Τέλος ο κ. Μυλόπουλος υπογραμμίζει πως ο Πηνειός μαζί με άλλα ποτάμια και λίμνες στην Ελλάδα προστίθεται με σταθερό και συστηματικό τρόπο στη λίστα των υδατικών συστημάτων που έχουν πληγεί σχεδόν ανεπανόρθωτα (λίμνη Κορώνεια, κλπ), καταλήγοντας:
«Το περιβαλλοντικό αυτό αδιέξοδο είναι σαφές ότι οφείλεται στην κυρίαρχη αντίληψη για την υδατική και γενικότερα περιβαλλοντική πολιτική. Το κέρδος πάνω απ’ όλα, η «ανάπτυξη» είναι μονόδρομος, με όποιο κόστος. Οι κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών στην Ελλάδα, χωρίς ίχνος περιβαλλοντικής ευαισθησίας προσπάθησαν να ικανοποιήσουν την ακόρεστη ζήτηση νερού, επεκτείνοντας διαρκώς την εκμετάλλευση πεπερασμένων αποθεμάτων. Είναι επιτακτική πλέον η ανάγκη να ενστερνιστούμε μία νέα ηθική στις σχέσεις μας με τα φυσικά συστήματα της γης, με τα άλλα είδη, αλλά και μεταξύ μας».
|
 |
|
|
Η ΕΡΕΥΝΑ 31 Μαΐου 2009,
αρ. φύλλου 15215,
σελίδα 14
Το άρθρο έχει διαβαστεί 288 φορές.
Το άρθρο είναι αγαπημένο 0 αναγνωστών.
|
 |
|
|